Πέμπτη 9 Μαΐου 2013


ΚΛΕΦΤΙΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου......




ΚΛΕΦΤΙΚΟ, ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ

Κλέφτικα τραγούδια

Τα κλέφτικα τραγούδια γράφτηκαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν πολλοί Έλληνες αρνούμενοι να ζουν κάτω από τον Τουρκικό ζυγό, έφευγαν στα βουνά για να ζήσουν ελεύθεροι. Εκεί συγκροτούσαν τα ένοπλα σώματα των κλεφτών, τα οποία έκαναν επιθέσεις εναντίον των Τούρκων. Από τα κλέφτικα τραγούδια αντλούμε πολλές φορές πληροφορίες  για τις συνθήκες ζωής και τους αγώνες των κλεφτών.

Στα κλέφτικα τραγούδια οι ήρωες δεν ξεπερνούν σχεδόν ποτέ τα συνηθισμένα ανθρώπινα μέτρα και δεν μπορούν να νικήσουν χιλιάδες εχθρούς. Ο αγώνας τους εναντίον των Τούρκων ήταν άνισος ωστόσο αυτοί περιφρονούσαν τους κινδύνους και δεν υποτάσσονταν στις δυσκολίες, έδειχναν ιδιαίτερη παλικαριά.Σ' αυτό το κλέφτικο τραγούδι αναδεικνύεται ο αγώνας της εθνικής αποκατάστασης μαζί με τα αιτήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης και του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων.

Ενότητα 1η: Η συμβουλή της μάνας

(Βασίλη ………..να δουλέψουν)
Το κλέφτικο τραγούδι μας μεταφέρει στην ιστορικοκοινωνική πραγματικότητα των προεπαναστατικών χρόνων.

Μια μάνα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, από αγάπη και φροντίδα για το γιο της, τον Βασίλη, του προτείνει να κάτσει φρόνιμα: δηλαδή να μην κάνει κάτι παράτολμο, να λειτουργήσει με βάση τη λογική, να κάτσει σπίτι του, να γίνει νοικοκύρης και να επιλέξει την γεωργική και κτηνοτροφική ζωή που του εξασφαλίζει ηρεμία και οικονομική άνεση.

Η μητέρα απευθύνεται στο γιο της σε β πρόσωπο . Η ζωή που περιγράφει η μητέρα στο γιο της φαίνεται μια όμορφη ζωή με ανέσεις και ηρεμία αλλά αποσιωπάται ένα σημαντικό στοιχείο: η έλλειψη ελευθερίας

Ενότητα 2η: Η απόφαση του Βασίλη να γίνει κλέφτης

(Μάνα μου……… Αρβανίτες)

Ο Βασίλης είναι ένας κοινός άνθρωπος αλλά το ιδανικό της ελεύθερης ζωής και η βαθιά αίσθηση της αξιοπρέπειας τον οδηγούν να απαρνηθεί την βολεμένη ζωή του υπόδουλου και να διαλέξει την επικίνδυνη αλλά ελεύθερη ζωή των κλεφτών.Ο Βασίλης απαντά κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να κάτσει φρόνιμα για να αποκτήσει όλα όσα του ανέφερε η μητέρα του και να συμβιβαστεί με μια υπόδουλη ζωή. Στο λόγο του επαναλαμβάνει κάποια από τα λόγια της μάνας του και λέει ότι δεν δέχεται να είναι σκλάβος των Τούρκων ή των Ελλήνων που συνεργάζονταν με τους Τούρκους και εκμεταλλεύονταν τους συμπατριώτες τους. Στα λόγια του διακρίνουμε προμηνύματα του απελευθερωτικού αγώνα του 1821.

Ο Βασίλης ανακοινώνει την απόφαση του ,που είναι να γίνει κλέφτης και να φύγει στα βουνά. Μάλιστα ζητά από την ίδια τη μητέρα του αν του δώσει τα όπλα του ώστε να την κάνει να συμμετέχει και αυτή  στην απόφαση του. Η παρομοίωση «να πεταχτώ σαν το πουλί» φανερώνει τη δίψα του Βασίλη για ελευθερία. Ο Βασίλης αισθάνεται την ανάγκη να βαδίζει ελεύθερα αλλά αυτό δεν του αρκεί: θέλει να κάνει και πόλεμο εναντίον των κατακτητών: δηλώνεται η ανδρεία και η γενναιότητα του. Η πορεία του προς τα βουνά περιγράφεται πολύ γλαφυρά και παραστατικά. Ηκλιμάκωση και το ασύνδετοπαρουσιάζουν την πορεία του Βασίλη προς την κλεφτουριά, την ανάληψη δράσης και την έναρξη του αγώνα κατά των Τούρκων. Ο Βασίλης παρουσιάζεται: αξιοπρεπής, ασυμβίβαστος, αποφασιστικός, υπερήφανος, λάτρης της ελευθερίας, γενναίος, τολμηρός, αγωνιστής, άξιος συνεχιστής των προγόνων του.

Ενότητα 3η : Η πραγματοποίηση της απόφασης του Βασίλη

(Πουρνό……παλικάρι)

Ο Βασίλης αποχαιρετά τη μητέρα του η οποία δεν κάνει καμιά προσπάθεια να τον μεταπείσει και αποδέχεται την απόφαση του. Ο Βασίλης φτάνει στον προορισμό του και μιλά με τα στοιχεία της φύσης που τον υποδέχονται στην καινούρια του ζωή.  Ο Βασίλης χαίρεται που είναι πια ελεύθερος και τα προσωποποιημέναστοιχεία της φύσης τον καλοδέχονται και τον επαινούν.

Στιχουργική- γλώσσα

Το τραγούδι έχει όλα τα τυπικά γνωρίσματα των δημοτικών τραγουδιών.Ο στίχος είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, ανομοιοκατάληκτος και χωρίζεται σε δύο ημιστίχια. Κάθε στίχος έχει ολοκληρωμένο νόημα. Η γλώσσα είναι απλή, λαϊκή, δημοτική, κυριαρχούν οι ρηματικοί τύποι, απουσιάζουν τα επίθετα και υπάρχουν ιδιωματικές λέξεις( γένεις, κοπέλια, σουρίξω, γιατάκια). Υπάρχει παρατακτική σύνδεση, εκφραστική λιτότητα, προσωποποίηση και συνομιλία με τη φύση.

Ύφος : ζωντανό, παραστατικό, γρήγορο, (διάλογος, ενεστώτας), συγκινητικό (όταν η μάνα τον συμβουλεύει), ηρωικό (όταν η κλεφτουριά τον υποδέχεται).


Του Κίτσου η μάνα (Κλέφτικο Δημοτικό)
Του Κίτσου η μάνα κάθουνταν στην άκρη στο ποτάμι
με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.
«Ποτάμι, για λιγόστεψε, ποτάμι, γύρνα πίσω,
για να περάσω αντίπερα, στα κλέφτικα λημέρια,
πο' 'χουν οι κλέφτες σύνοδο κι όλοι οι καπεταναίοι». 


Τον Κίτσο τόνε πιάσανε και παν' να τον κρεμάσουν.
Χίλοι τον παν' από μπροστά και δυό χιλιάδες πίσω,
κι ολοξοπίσω πάγαινεν η δόλια του η μανούλα.
«Κίτσο μου, πού είναι τ' άρματα, πού τα 'χεις τα τσαπράζια,
τις πέντε αράδες τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;»
«Μάνα λωλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμυαλισμένη,
μάνα, δεν κλαίς τα νιάτα μου, δεν κλαίς τη λεβεντιά μου,
μον' κλαίς τα 'ρημα τ' άρματα, τα 'ρημα τα τσαπράζια;»

  

Ένας αϊτός περήφανος(Κλέφτικο Δημοτικό)


Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης
από την περηφάνεια του κι’ από τη λεβεντιά του,
δεν πάει τα κατώμερα να καλοξεχειμάση,
μον’μένει απάνω 'ς τα βουνά, ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.
Κ’ έρρηξε χιόνια 'ς τα βουνά και κρούσταλλα 'ς τους κάμπους,
εμάργωσαν τα νύχια του κ' επέσαν τα φτερά του.
Κι' αγνάντιο βγήκε κ' έκατσε, 'ς ένα ψηλό λιθάρι,
και με τον ήλιο μάλωνε και με τον ήλιο λέει.
"Ήλιε, για δε βαρείς κ' εδώ 'ς τούτη την αποσκιούρα,
να λειώσουνε τα κρούσταλλα, να λειώσουνε τα χιόνια,
να γίνη μια άνοιξη καλή, να γίνη καλοκαίρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, να γιάνουν τα φτερά μου,
να ρθούνε τάλλα τα πουλιά και τάλλα μου ταδέρφια.

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΩΣΗΦ


Η φωτογραφία του μοναχού Ιωσήφ Αγιωρίτη, έχει κάνει το γύρο του κόσμου. Είναι ο μοναχός που κάθε φορά που κάποιο αεροσκάφος της Πολεμικής Αεροπορίας περνά πάνω από την Χερσόνησο του Άθωνα, «αναγκάζει» τους πιλότους να πετάξουν χαμηλά για να τον χαιρετίσουν.
Ο μοναχός των πιλότων

Ο μοναχός λοιπόν, βγαίνει στην άκρη του βουνού και με μια τεράστια σημαία, πότε ελληνική και πότε βυζαντινή, τους χαιρετά και με το δικό του τρόπο τιμά την αποστολή τους.
Πως προέκυψε η ιστορία; Χρόνια πριν, ο Ιωσήφ βρέθηκε στην Σκύρο για ένα τοπικό πανηγύρι. Εκεί επισκέφθηκε την αεροπορική βάση. Ένας από τους πιλότους των μαχητικών τον αναγνώρισε. Ήταν ο καλόγερος στο μικρό κελί σε μια από τις κορυφές του Άθωνα πάνω από ένα «σημείο στροφής» όπως λέγεται στη γλώσσα της αεροπορίας.
Μετά την γνωριμία αυτή, ο ιπτάμενος κάθε φορά που περνούσε από το σημείο φρόντιζε να μειώνει το ύψος του χαιρετώντας με τον τρόπο του το μοναχό, κι εκείνος από την γη έκανε το ίδιο κουνώντας τα χέρια. Μέχρι που μια μέρα ο μοναχός Ιωσήφ, πήρε μια τεράστια ελληνική σημαία. Ο χαιρετισμός πήρε άλλη χροιά.


Ο μοναχός την κυμάτιζε όσο πιο περήφανα και πανηγυρικά μπορούσε και ο πιλότος, σαν να υποκλινόταν στην Γαλανόλευκη έκανε μια χαμηλή διέλευση δίπλα ανταποδίδοντας την τιμή. Η ιστορία του καλόγερου με τη σημαία διαδόθηκε σχεδόν αστραπιαία μεταξύ των χειριστών της Πολεμικής Αεροπορίας και ο ένας μετά τον άλλο, κάθε φορά που η αποστολή τους ήταν στην περιοχή, περνούσε για να χαιρετήσει τον καλόγερο.
Οι πρώτες φωτογραφίες άρχισαν ήδη να κυκλοφορούν και μέσω του διαδικτύου. 




Σάββατο 20 Απριλίου 2013












Λούης Τίκας



O Έλληνας Λούης Τίκας που τα έβαλε με τον Ροκφέλερ και έπεσε νεκρός..
Σας θυμίζει τίποτα το όνομα Λούης Τίκας (Louis Tikas); Αν όχι, μήπως το όνομα Ηλίας Σπαντιδάκης; Προφανώς όχι. Η νεότερη ελληνική ιστορία δεν καταδέχεται ν' ασχοληθεί με «ρετάλια» που ηγήθηκαν λούστρων και ανθρακωρύχων. Προτιμά στρατηγούς ή πρωθυπουργούς κι ας μην διέθεταν αυτοί ούτε μια σπίθα από τη φλόγα που έκαιγε στην ψυχή απλών ανθρώπων σαν τον Λούη.

Με τον τίτλο Ξεχασμένοι Ήρωες… ΕΚΤΑΚΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ μια πραγματικά εξαιρετική δουλειά  απο τα 24 γράμμματα μεταξύ άλλων ξεχώρισα αυτή την "άγνωστη " ιστορία ενος Ελληνα που αγωνίστηκε για τους μετανάστες..
Οι Έλληνες στα ανθρακωρυχεία των ΗΠΑ (αρχές 1900).
Οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ (γύρω στα 1900) αναλάμβαναν πολύ βαριές δουλειές και με χαμηλά μεροκάματα. Η αγωνία για επιβίωση εύκολα μετατρεπόταν σε πανικό κι ο Έλληνας μετανάστης έπασχε να βρει μια δουλειά, οποιαδήποτε δουλειά, σε οποιοδήποτε σημείο της Αμερικής που θα του εξασφάλιζε ένα σταθερό, έστω και μικρό μεροκάματο. Χωρίς αμφιβολία, οι πιο άτυχοι μετανάστες ήταν εκείνοι που αναγκάζονταν να δουλέψουν στα ανθρακωρυχεία. Οι μετανάστες αυτοί, στην πλειονότητά τους ήταν πρώην αγρότες. Εργάζονταν πολύ σκληρά και μόνιμα στο σκοτάδι με ελάχιστο φωτισμό από λυχνίες πετρελαίου.


Πληρώνονταν με κάρβουνο και κουπόνια, αντί για χρήματα 

Την εποχή εκείνη, οι ανθρακωρύχοι δεν πληρωνόντουσαν με χρηματικό 
μεροκάματο, αλλά ανάλογα με την ποσότητα του κάρβουνου που έβγαζαν από τη γη. Στο τέλος της βάρδιας, οι επιστάτες ζύγιζαν το κάρβουνο και ανάλογα πλήρωναν τους εργάτες. Οι επιστάτες όμως, τους κλέβανε στο ζύγισμα. Για τις μέρες που οι εργάτες έπρεπε να δουλέψουν για να επεκτείνουν τις γραμμές των ειδικών βαγονιών που μετέφεραν το κάρβουνο ή για το χρόνο που δούλευαν κόβοντας ξυλεία για να στηρίξουν τις οροφές των λαγουμιών, δεν ελάμβαναν πληρωμή. Όσοι μετανάστες διαμαρτύρονταν ή ζητούσαν έλεγχο των ζυγαριών, απολύονταν αμέσως. Η ληστεία σε βάρος των μεταναστών αυτών δεν σταματούσε εκεί, καθώς πολλές φορές, δεν τους πλήρωναν με χρήματα, αλλά με scrip. Τα σκριπ ήταν κουπόνια της εταιρείας, σχεδόν άχρηστα στην ελεύθερη αγορά. Έτσι, οι εργάτες ήταν υποχρεωμένοι να ψωνίζουν με scrip μόνο από καταστήματα της εταιρείας, η οποία κοστολογούσε τα πάντα με 25% πιο ακριβά από την ελεύθερη αγορά, αναγκάζοντάς τους με αυτό το τρόπο να επιστρέφουν πίσω στην εταιρεία το φτωχικό εισόδημά τους. Οι μετανάστες, είχαν ανάγκη από χρήματα και όχι κουπόνια για να στέλνουν πίσω στις πατρίδες τους, ώστε να θρέψουν τα παιδιά τους. Δημιουργήθηκε μεγάλη δυσαρέσκεια και οι επιστάτες άρχισαν εσκεμμένα να ανακατεύουν σε κάθε ομάδα βάρδιας, μετανάστες από διαφορετικές εθνικότητες για να μην μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους και οργανώσουν καμιά απεργία.

β. Οι Έλληνες ανθρακωρύχοι απεργούν η απεργία του Ludlow

Το 1913 θα δημιουργηθεί σε ορυχείο του Ludlow του Colorado ένα συνδικάτο και θα προσέλθουν σ’ αυτό όλοι οι Έλληνες μετανάστες ανθρακωρύχοι και σύντομα θα οργανώσουν την πρώτη απεργία. Συνολικά θα απεργήσουν 11.000 μετανάστες, εκ των οποίων οι περισσότεροι Έλληνες, Ιταλοί και Σέρβοι, απαιτώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας, να πληρώνονται σε αληθινά χρήματα και όχι σε σκριπ, έλεγχο στις ζυγαριές και να εφαρμοστεί επιτέλους ο νέος νόμος της Αμερικής που όριζε ότι η εργάσιμη μέρα αποτελείται από 8 ώρες. Η εταιρεία θα απορρίψει όλα τα αιτήματα και θα διώξει από τις παράγκες και τα χαμόσπιτα της εταιρείας όλους τους απεργούς. Η εταιρεία θεώρησε πως εύκολα θα τους λυγίσει, μιας και οι οικογένειες των μεταναστών πετάχτηκαν στους αγρούς χωρίς στέγη πάνω απ’ το κεφάλι τους.Ο χειμώνας του Colorado είναι εξ άλλου πολύ βαρύς, πόσο θ΄ άντεχαν . . .Οι μετανάστες όμως δεν πτοήθηκαν, μετακόμισαν έξω στην ύπαιθρο σε χιλιάδες σκηνές και συνέχισαν την απεργία τους, ερχόμενοι πολλές φορές σε αψιμαχίες με απεργοσπάστες. Παρά το βαρύ χειμώνα και τις κακουχίες, οι απεργοί θα αντέξουν έξω στις σκηνές για 14 ολόκληρους μήνες.Η εταιρεία, θέλοντας να κάνει τη ζωή των απεργών όσο πιό δύσκολη γινόταν, προσέλαβε ελεύθερους σκοπευτές, κάτι ρεμάλια του υποκόσμου, οι οποίοι τις νύχτες, πυροβολούσαν πάνω στις σκηνές, σκορπίζοντας τον τρόμο. Οι ανθρακωρύχοι θα αναγκαστούν να σκάψουν μεγάλες τρύπες κάτω από τις σκηνές τους και εκεί να χώνονται για να προφυλάσσονται από τις σφαίρες. Καθώς η κατάσταση αγρίευε, άρχισαν να εξοπλίζονται και οι απεργοί.Μετά από 14 μήνες απεργίας, το αφεντικό της εταιρείας στο Ludlow θα ζητήσει από τον κυβερνήτη του Colorado να στείλει την Εθνική Φρουρά, για να λύσει την απεργία


γ. Ο ήρωας Louis Tikas (Ηλίας Σπαντιδάκης) 

Αρχηγός της επιτροπής αγώνα των απεργών ήταν ένας Έλληνας, ο Louis Tikas. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ηλίας Σπαντιδάκης και ήταν απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε αλλάξει το όνομά του, όπως έκαναν πολλοί μετανάστες την εποχή εκείνη για να αποφύγει το ρατσισμό. Επόπτευε, όπου μπορούσε, τις συνθήκες εργασίας των μεταναστών, για να μη πέφτουν θύματα αισχρής εκμετάλλευσης. Ο Τίκας ήταν ένας φτωχός μετανάστης που κουβαλούσε μέσα του, ένα πνεύμα αντίστασης στην αδικία έχοντας ζήσει στο πετσί του, τον τουρκικό ζυγό, πίσω στη πατρίδα του τη Κρήτη. Στις 21 Απριλίου 1914, μία μέρα μετά το Πάσχα, οι μετανάστες βλέπουν ξαφνικά τους στρατιώτες να οχυρώνονται και να παίρνουν θέσεις μάχης και να ανοίγουν πυρ με πολυβόλα. Ο Louis Tikas με απαράμιλλο θάρρος προσπάθησε να πλησιάσει τους επιτιθέμενους ζητώντας να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, ανεμίζοντας με το χέρι του ένα λευκό πανί. Όμως εκείνοι θα τον πυροβολήσουν και θα τον σκοτώσουν εν ψυχρώ.
Μέχρι το βράδυ είχαν ισοπεδωθεί και καεί όλες οι σκηνές.
Θα ακολουθήσει πλιάτσικο από τους στρατιώτες. Μόλις οι απεργοί των άλλων ανθρακορυχείων από γειτονικές πόλεις έμαθαν τα τεκταινόμενα στο Ludlow, τους έπιασε μεγάλος θυμός για τον άδικο χαμό των συναδέλφων τους και θα ξεσπάσει η χειρότερη εργατική σύρραξη στην ιστορία των ΗΠΑ, με πολλούς νεκρούς και που θα κρατήσει για δέκα μέρες. Πόλεμος κανονικός, με ένα μέτωπο που επεκτεινόταν 60 χλμ. Τραγικός απολογισμός, 200 νεκροί μετανάστες. Ανάμεσά τους 2 γυναίκες και 11 παιδιά. Το πτώμα του Louis Tikas παρέμεινε πεταμένο επί τρείς ημέρες δίπλα στις γραμμές του τρένου και σε κοινή θέα των περαστικών επιβατών. Ο στρατός δεν επέτρεπε σε κανέναν να το παραλάβει για να το θάψει. Τα γεγονότα του Colorado, ενεργοποίησαν την κοινή γνώμη της Αμερικής και συνέβαλαν αποφασιστικά στον τερματισμό των σκληρών και ληστρικών συνθηκών εργασίας όλων των μεταναστών στα ανθρακωρυχεία.



δ. ο “φιλάνθρωπος” και “ευεργέτης” John D. Rockefeller


Για την ιστορία να αναφέρουμε πως ο ιδιοκτήτης των ορυχείων αυτών ήταν ο γνωστός σε όλους μας και πολυδισεκατομμυριούχος John D. Rockefeller, ο κατ’ εξοχήν εκφραστής του σκληρού αμερικάνικου καπιταλισμού. Μετά από 14 μήνες απεργίας, ο Rockefeller προτιμά να συνεχίσει να τους κλέβει και να μην ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματά τους. Ένας Rockefeller, που είχε στη τσέπη του όλο το αμερικάνικο σύστημα και χρήμα, δε θα λυπηθεί και δε θα υποχωρήσει μπροστά στους εξαθλιωμένους μετανάστες.


Ο μετανάστης Louis Tikas ξεχάστηκε. Το ίδιο και οι υπόλοιποι νεκροί, όπως και το ίδιο το συμβάν ακόμη. Είναι εξ άλλου γνωστό ότι την ιστορία τη γράφουν οι νικητές, γιατί την εικόνα που συγκράτησαν όλοι για τον Rockefeller ήταν ενός καλοσυνάτου ευεργέτη και καλοστεκούμενου ηλικιωμένου, με κομψό καπέλο, που είχε τις τσέπες του πάντα γεμάτες με δεκάρες και που κάθε φορά που τον πλησίαζε ένα παιδάκι, του έδινε 10 σεντς για να αγοράσει καραμέλες…


Όσο για τον αθώο και αδικοχαμένο Louis Tikas, αυτόν τον ήρωα της ξενιτιάς που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε για να ζουν οι μετανάστες σαν άνθρωποι και όχι σαν σκλάβοι, έμεινε μόνο ο πόνος της μάνας του και των δικών του, πίσω στη πατρίδα . . .